ΑΝΑΚΡΙΒΗ ΕΓΓΡΑΦΑ ΚΑΙ ΑΠΑΤΗ ΕΠΙ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩ

ΑΝΑΚΡΙΒΗ ΕΓΓΡΑΦΑ ΚΑΙ ΑΠΑΤΗ ΕΠΙ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩ

Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ απάτη διαπράττει όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, ένεκα της μη αναγκαίας ταυτίσεως του προσώπου που απατήθηκε και εκείνου που υπέστη τη βλάβη, η απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με την παραπλάνηση του Δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, που αποτελεί ειδικότερη μορφή της απάτης του άρθρου 386 ΠΚ και στοιχειοθετείται όταν ο διάδικος σε πολιτική δίκη, όχι μόνο προβάλλει ψευδή πραγματικό ισχυρισμό αλλά ταυτόχρονα προσκομίζει προς υποστήριξή του εν γνώσει του ψευδή αποδεικτικά μέσα, όπως η εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση πλαστών ή νομοθετικών εγγράφων ή γνησίων μεν, ανακριβών όμως κατά το περιεχόμενό τους, με τα οποία παραπλανά το Δικαστήριο και εκδίδει δυσμενή για την περιουσία του αντιδίκου του δικαστική απόφαση. Απάτη συντελείται και όταν η δίκη διεξάγεται κατά την ειδική διαδικασία, κατά την οποία δεν τηρούνται οι αφορώσες τα μέσα αποδείξεων και τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων κανόνες του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το δε Δικαστήριο αποφασίζει κατά πιθανολόγηση των προβαλλόμενων ισχυρισμών, η οποία δυνατόν να επέλθει με οποιοδήποτε πρόσφορο αποδεικτικό μέσο, όπως ισχύει επί διαφορών λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, δια τα οποία ορίζουν τα άρθρα 682 επόμ. του ΚΠολΔ. Θεωρείται ως τετελεσμένη η απάτη αυτή, όταν το Δικαστήριο, που παραπλανάται από τον διάδικο με την υποβολή των ψευδών αποδεικτικών μέσων, εκδίδει οριστική απόφαση δυσμενή για τον αντίδικό του, σε απόπειρα δε όταν το Δικαστήριο δεν πείθεται απ’ αυτόν και απορρίπτει τον ψευδή ισχυρισμό του. Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί, ενώ δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο εκείνου που εξαπατήθηκε με εκείνου που ζημιώθηκε. Ως περιουσιακή δε βλάβη επί απάτης θεωρείται και οποιαδήποτε μείωση του συνόλου της αξίας της περιουσίας ή χειροτερεύσεώς της και δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο βλαπτόμενος έχει αξίωση προς ανόρθωση της βλάβης την οποίαν έχει υποστεί, εφόσον η επιδίωξη ικανοποιήσεώς του απαιτεί δικαστικούς αγώνες, οι οποίοι ενέχουν μορφή περιουσιακής βλάβης. Στην έννοια της βλάβης περιλαμβάνεται και η διακινδύνευση περιουσιακού στοιχείου.

 

Πηγή: Άρειος Πάγος (Ζ Ποινικό) 685/2009

ΑΡΙΘΜΟΣ 685/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο – Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 22502/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενους τους: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, κάτοικο ….., που δεν παραστάθηκαν. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1. Ψ1, κατοίκο ….., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αρβανιτάκη και 2. Ψ2, κάτοικο ….., που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 11/19-2-2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 357/2008.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας που παραστάθηκε, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ απάτη διαπράττει όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, ένεκα της μη αναγκαίας ταυτίσεως του προσώπου που απατήθηκε και εκείνου που υπέστη τη βλάβη, η απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με την παραπλάνηση του Δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, που αποτελεί ειδικότερη μορφή της απάτης του άρθρου 386 ΠΚ και στοιχειοθετείται όταν ο διάδικος σε πολιτική δίκη, όχι μόνο προβάλλει ψευδή πραγματικό ισχυρισμό αλλά ταυτόχρονα προσκομίζει προς υποστήριξή του εν γνώσει του ψευδή αποδεικτικά μέσα, όπως η εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση πλαστών ή νομοθετικών εγγράφων ή γνησίων μεν, ανακριβών όμως κατά το περιεχόμενό τους, με τα οποία παραπλανά το Δικαστήριο και εκδίδει δυσμενή για την περιουσία του αντιδίκου του δικαστική απόφαση. Απάτη συντελείται και όταν η δίκη διεξάγεται κατά την ειδική διαδικασία, κατά την οποία δεν τηρούνται οι αφορώσες τα μέσα αποδείξεων και τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων κανόνες του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το δε Δικαστήριο αποφασίζει κατά πιθανολόγηση των προβαλλόμενων ισχυρισμών, η οποία δυνατόν να επέλθει με οποιοδήποτε πρόσφορο αποδεικτικό μέσο, όπως ισχύει επί διαφορών λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, δια τα οποία ορίζουν τα άρθρα 682 επόμ. του ΚΠολΔ. Θεωρείται ως τετελεσμένη η απάτη αυτή, όταν το Δικαστήριο, που παραπλανάται από τον διάδικο με την υποβολή των ψευδών αποδεικτικών μέσων, εκδίδει οριστική απόφαση δυσμενή για τον αντίδικό του, σε απόπειρα δε όταν το Δικαστήριο δεν πείθεται απ’ αυτόν και απορρίπτει τον ψευδή ισχυρισμό του. Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί, ενώ δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο εκείνου που εξαπατήθηκε με εκείνου που ζημιώθηκε. Ως περιουσιακή δε βλάβη επί απάτης θεωρείται και οποιαδήποτε μείωση του συνόλου της αξίας της περιουσίας ή χειροτερεύσεώς της και δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο βλαπτόμενος έχει αξίωση προς ανόρθωση της βλάβης την οποίαν έχει υποστεί, εφόσον η επιδίωξη ικανοποιήσεώς του απαιτεί δικαστικούς αγώνες, οι οποίοι ενέχουν μορφή περιουσιακής βλάβης. Στην έννοια της βλάβης περιλαμβάνεται και η διακινδύνευση περιουσιακού στοιχείου.
Από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε απ’ αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή, ενώ για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του άρθρου 224 παρ. 2 ΠΚ, της ψευδορκίας, απαιτείται αφ’ ενός ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρμοδίας αρχής ψευδή γεγονότα αφ’ ετέρου να γνωρίζει την αναλήθεια των γεγονότων αυτών.
Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του Π.Κ., προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) Ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. β) Το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναληθείας του. Και γ) Δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέλησή του να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Ως “γεγονός”, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, το οποίο ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Επομένως δεν αποτελεί “γεγονός” η έκφραση γνώμης ή συμπεράσματος ή αξιολογικής κρίσεως, δια των οποίων είναι δυνατόν να στοιχειοθετηθεί εξύβριση, εφόσον συντρέξουν οι όροι του άρθρου 361 Π.Κ.
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 367 Π.Κ., προκύπτει ότι αίρεται κατ’αρχήν ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξύβρισης και απλής δυσφήμησης, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν η προσβλητική της τιμής και της υπόληψης άλλου εκδήλωση γίνεται για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος του δράστη ή για την εκτέλεση νομίμου καθήκοντος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με τον απαραίτητο όμως όρο ότι η εκδήλωση αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος μέτρο, χωρίς τη χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η προστασία τους με άλλο τρόπο και ότι ο δράστης κινήθηκε στην προσβλητική εκδήλωση αποκλειστικώς προς το σκοπό αυτό. Κατ’εξαίρεση όμως, δεν αίρεται, στις περιπτώσεις αυτές, ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδήλωσης και παραμένει η ποινική ευθύνη του υπαιτίου, όταν συντρέχει περίπτωση συκοφαντικής δυσφημήσεως από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις που έγινε προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής άλλου.
Τέλος, η αθωωτική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς, τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ’ αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, και δη ορισμένος σκοπός, όπως επί απάτης στο Δικαστήριο ή η τέλεση της πράξεως εν γνώση ορισμένων περιστατικών, άμεσος δηλαδή δόλος από μέρους του υπαιτίου, όπως και στο έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση),η αιτιολογία της αθωωτικής αποφάσεως, πρέπει να εκτείνεται και στην έλλειψη του σκοπού αυτού, καθώς και στη μη γνώση των αναληθών αυτών γεγονότων, με παράθεση των πραγματικών περιστατικών τα οποία δικαιολογούν την από μέρους του κατηγορουμένου μη γνώση της αναλήθειας των ισχυρισμών του. Επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθ. 22502/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης κήρυξε αθώους τους τρεις κατηγορουμένους για τις αποδοθείσες σε αυτούς πράξεις, α)απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο την Χ1 και την Χ2, β) ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροή και κατ’εξακολούθηση την Χ1, γ) ψευδορκίας μάρτυρος την Χ1 και τον Χ3 και δ) συκοφαντικής δυσφημήσεως την Χ1, αφού δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
“Επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο, τις χωρίς όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγουσών και τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με την απολογία των παρόντων κατηγορουμένων, αποδείχτηκε ότι δεν υφίσταται το στοιχείο του δόλου στο πρόσωπο των κατηγορουμένων, εφόσον η αρίθμηση του ακινήτου στο υπ’ αρ. 05/12407/4-12-2003 έγγραφο της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης Χαλκιδικής, το οποίο προσκόμισαν στο Δικαστήριο προς απόδειξη της ιστορικής βάσης της αγωγής τους, ήταν ενδεικτική, όπως προέκυψε από τις καταθέσεις τόσο της μάρτυρος κατηγορίας, υπαλλήλου της ανωτέρω υπηρεσίας, όσο και της μάρτυρος υπεράσπισης, ενώ οι κατηγορούμενοι δεν γνώριζαν τον ακριβή αριθμό του ακινήτου και επομένως δεν στοιχειοθετείται υποκειμενικά το αδίκημα της απάτης στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, αναφορικά με τα αδικήματα το ψευδορκίας και της ψευδούς καταμήνυσης, το Δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς το δόλο των κατηγορουμένων. Πρέπει συνεπώς να κηρυχτούν αθώοι, διότι δεν πληρείται η υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων που τους αποδίδονται”.
Η αιτιολογία όμως αυτή, δεν είναι ούτε ειδική ούτε εμπεριστατωμένη, αφού πέραν των ανωτέρω, ουδεμία αιτιολογία εκθέτει για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Ειδικότερα, εκτός του ότι, για τα λοιπά αδικήματα, το δικάσαν Δικαστήριο, δεν παραθέτει τι ακριβώς προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία, σε κάθε περίπτωση, δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, δεν επαρκούν για την κατάφαση της ενοχής των αυτουργών των άνω πράξεων για τις οποίες διώχθηκαν, ενώ δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν. Επίσης το Δικαστήριο, αξιολογεί επιλεκτικά, για να καταλήξει στην ανυπαρξία δόλου για το αδίκημα της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο και για ύπαρξη αμφιβολιών ως προς το δόλο των κατηγορουμένων για τα αδικήματα της ψευδορκίας και της ψευδούς καταμηνύσεως, την κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας υπαλλήλου στη Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης Χαλκιδικής και της μάρτυρος υπερασπίσεως, χωρίς να αναφέρει ή να προβαίνει σε συγκριτική στάθμιση και να αντικρούει και τις λοιπές αντίθετες καταθέσεις άλλων, έξι τον αριθμό, εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας, τις καταθέσεις των οποίων εντελώς αγνοεί, με συνέπεια να καθίσταται αβεβαιότητα αν συνεκτιμήθηκαν και αυτές. Επίσης αβεβαιότητα συνάγεται, περί του αν συνεκτιμήθηκαν όλα τα 41 αναγνωσθέντα έγγραφα και ιδιαίτερα τα με αριθμούς 221/2005 και 60/2007 αμετάκλητα συναφή απαλλακτικά βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, τα οποία, στο αιτιολογικό της, ουδόλως αναφέρει ή αντικρούει, καίτοι περιέχουν παραδοχές σαφείς και κατηγορηματικές σε βάρος των νυν κατηγορουμένων και υπέρ των απαλλαγέντων για τις ένδικες ψευδείς καταμηνύσεις (τότε κατηγορουμένων) πολιτικώς εναγόντων, με αντίστοιχη αιτιολογία ότι ” όσα κατατέθηκαν από τους μάρτυρες Α και Β, στις προσκομισθείσες από τους δύο κατηγορουμένους στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με αριθμούς ….. και ….. ένορκες βεβαιώσεις, και όσα κατατέθηκαν από τους δύο πρώτους εκεί κατηγορουμένους Γ και Δ, ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και δεν είναι ψευδή “. Περαιτέρω, ουδεμία απολύτως αιτιολογία διαλαμβάνει για την απαλλαγή της πρώτης κατηγορουμένης για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος του Δ.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται τη με αριθμό 11/19-2-2008 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

Αναιρεί τη με αριθμό 22502/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

div#stuning-header .dfd-stuning-header-bg-container {background-image: url(https://www.counsellors.gr/wp-content/uploads/2018/04/stamos-counsellors-nomiki-vivliothiki.jpg);background-size: cover;background-position: top center;background-attachment: scroll;background-repeat: no-repeat;}#stuning-header div.page-title-inner {min-height: 650px;}