ΔΕΕ C-632/17

Ο εθνικός δικαστής οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας!!!
Oι προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, πρέπει να διασφαλίζουν τον σεβασμό των δικαιωμάτων που αντλεί ο καταναλωτής από τις οδηγίες: 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου και 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου!!!

_______

Σκέψη 36 – Στο πλαίσιο αυτό, υπογραμμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, μολονότι ο εθνικός δικαστής οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/13 και, κατά τον τρόπο αυτόν, να αίρει την ανισότητα που υφίσταται μεταξύ του καταναλωτή και του επαγγελματία, τούτο εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω δικαστής έχει στη διάθεσή του τα απαραίτητα προς τούτο νομικά και πραγματικά στοιχεία (απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Profi Credit Polska, C-176/17, EU:C:2018:711, σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

Σκέψη 49 – Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε διαδικασία η οποία επιτρέπει την έκδοση διαταγής πληρωμής, όταν ο δικαστής που επιλαμβάνεται αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν έχει την εξουσία να εξετάσει τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα των ρητρών της συγκεκριμένης σύμβασης, καθόσον οι προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος ανακοπής κατά της οικείας διαταγής πληρωμής δεν διασφαλίζουν τον σεβασμό των δικαιωμάτων που αντλεί ο καταναλωτής από την οδηγία αυτή (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Profi Credit Polska, C-176/17, EU:C:2018:711, σκέψη 71).

Σκέψη 51 – Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η αυτεπάγγελτη εξέταση από τον εθνικό δικαστή του κατά πόσον τηρήθηκαν οι απαιτήσεις οι οποίες απορρέουν από την οδηγία 2008/48 συνιστά κατάλληλο μέσο για την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει το άρθρο 10 της οδηγίας αυτής και συμβάλλει στην επίτευξη των σκοπών που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 31 της οδηγίας (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 21ης Απριλίου 2016, Radlinger και Radlingerová, C‑377/14, EU:C:2016:283, σκέψη 68, και, κατ’ αναλογία, διάταξη της 16ης Νοεμβρίου 2010, Pohotovosť, C-76/10, EU:C:2010:685, σκέψη 41 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η εν λόγω υποχρέωση του εθνικού δικαστή να εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν τηρήθηκαν οι απαιτήσεις που απορρέουν από την οδηγία 2008/48 προϋποθέτει ότι αυτός διαθέτει τα αναγκαία προς τούτο νομικά και πραγματικά στοιχεία (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 21ης Απριλίου 2016, Radlinger και Radlingerová, C‑377/14, EU:C:2016:283, σκέψη 70, και, κατ’ αναλογία, απόφαση της 4ης Ιουνίου 2009, Pannon GSM, C‑243/08, EU:C:2009:350, σκέψη 32).

Σκέψη 53 – Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, καθώς και το άρθρο 10 της οδηγίας 2008/48 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία παρέχει τη δυνατότητα εκδόσεως διαταγής πληρωμής βάσει αποσπάσματος των λογιστικών βιβλίων Τράπεζας, ως στοιχείου το οποίο πιστοποιεί την ύπαρξη απαίτησης από σύμβαση καταναλωτικής πίστης, όταν ο δικαστής που επιλήφθηκε της αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν έχει την εξουσία να εξετάσει τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα των ρητρών της σύμβασης αυτής και να βεβαιωθεί για την ύπαρξη, στην εν λόγω σύμβαση, των πληροφοριών που διαλαμβάνονται στο εν λόγω άρθρο 10, καθόσον οι προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος ανακοπής κατά της εν λόγω διαταγής πληρωμής δεν διασφαλίζουν τον σεβασμό των δικαιωμάτων που αντλεί ο καταναλωτής από τις οδηγίες αυτές.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, καθώς και το άρθρο 10 της οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία παρέχει τη δυνατότητα εκδόσεως διαταγής πληρωμής βάσει αποσπάσματος των λογιστικών βιβλίων Τράπεζας, ως στοιχείου το οποίο πιστοποιεί την ύπαρξη απαίτησης από σύμβαση καταναλωτικής πίστης, όταν ο δικαστής που επιλήφθηκε της αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν έχει την εξουσία να εξετάσει τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα των ρητρών της σύμβασης αυτής και να βεβαιωθεί για την ύπαρξη, στην εν λόγω σύμβαση, των πληροφοριών που διαλαμβάνονται στο εν λόγω άρθρο 10, καθόσον οι προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος ανακοπής κατά της εν λόγω διαταγής πληρωμής δεν διασφαλίζουν τον σεβασμό των δικαιωμάτων που αντλεί ο καταναλωτής από τις οδηγίες αυτές.

 

ΔΕΕ C-632/17

by Λεωνίδας Στάμος on Scribd
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

div#stuning-header .dfd-stuning-header-bg-container {background-image: url(https://www.counsellors.gr/wp-content/uploads/2018/04/stamos-counsellors-nomiki-vivliothiki.jpg);background-size: cover;background-position: top center;background-attachment: scroll;background-repeat: no-repeat;}#stuning-header div.page-title-inner {min-height: 650px;}